Στο προσκήνιο του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔΕ, στο πλαίσιο προ ημερησίας συζήτησης, έφερε ο πρόεδρός της και δήμαρχος Αμπελοκήπων Μενεμένης Λάζαρος Κυρίζογλου το χρόνιο ζήτημα της μη απόδοσης του αντισταθμιστικού τέλους στους δήμους που φιλοξενούν λιμάνια.
Ο κ. Κυρίζογλου μίλησε ανοιχτά για “αδικαιολόγητη και πολύχρονη καθυστέρηση στην απόδοση αντισταθμιστικού τέλους από την κυβέρνηση στους παραλιμένιους δήμους της χώρας, που είναι ένα ποσό της τάξης 9-10 εκατ. ευρώ”, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για πόρους που στερούνται οι τοπικές κοινωνίες εδώ και χρόνια.
Τον λόγο πήρε στη συνέχεια ο πρόεδρος της ΠΕΔ Ηπείρου και δήμαρχος Ηγουμενίτσας Παναγιώτης Νταής, ο οποίος επιβεβαίωσε την εικόνα, σημειώνοντας ότι “δεν έχει αποδοθεί, διότι δεν έχουν εκδοθεί οι αντίστοιχες ΚΥΑ εδώ και 7-8 χρόνια”.
Μετά τις παρεμβάσεις αυτές, ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ έθεσε σε ψηφοφορία την πρόταση να απευθυνθεί επίσημο αίτημα προς το Υπουργείο Ναυτιλίας για την άμεση έκδοση των απαιτούμενων Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, ώστε να ξεμπλοκάρει η διαδικασία καταβολής των ποσών.
Το θέμα δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο της αυτοδιοίκησης, καθώς έχει τεθεί και στο ελληνικό κοινοβούλιο. Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος έχει αναδείξει ότι έξι και πλέον χρόνια μετά τη θέσπιση του σχετικού νόμου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τα χρήματα που προβλέπονται δεν έχουν φτάσει ποτέ στους δήμους από τους Οργανισμούς Λιμένων. Με βάση σχετικούς υπολογισμούς, τα ποσά που αντιστοιχούν στην περίοδο 2019 έως 2024 υπερβαίνουν τα 9 εκατομμύρια ευρώ και πλησιάζουν τα 10, χωρίς να συνυπολογίζεται το 2025.
Στην αναλυτική κοινοβουλευτική του παρέμβαση, ο κ. Μεϊκόπουλος υπενθύμισε ότι με τον νόμο 4597/2019 κυρώθηκαν οι Συμβάσεις Παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Ανωνύμων Εταιρειών των Οργανισμών Λιμένων Αλεξανδρούπολης, Βόλου, Ελευσίνας, Ηγουμενίτσας, Ηρακλείου, Καβάλας, Κέρκυρας, Λαυρίου, Πάτρας και Ραφήνας.
Στο ίδιο νομοθέτημα, και ειδικότερα με την παράγραφο 2 του άρθρου 5, ορίστηκε από το 2019 ότι «Το ποσοστό ύψους δύο τοις εκατό (2%) επί του συνόλου των ενοποιημένων ετήσιων εσόδων των Οργανισμών Λιμένος Α.Ε. της οικείας χρήσης, εξαιρουμένων των εκτάκτων εσόδων των προηγούμενων χρήσεων και των εσόδων από χρηματοοικονομική διαχείριση, που ορίζεται ως αντάλλαγμα της παραχώρησης στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 5.2 κάθε Σύμβασης Παραχώρησης που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο, αντικαθίσταται με ποσοστό ύψους τρεισήμισι τοις εκατό (3,5%), διατηρούμενης της ίδιας βάσης υπολογισμού».
Παράλληλα, με την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου προβλέφθηκε ότι από το 2019 και έως τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να αποδίδει στους αρμόδιους δήμους έκτακτο αντισταθμιστικό τέλος. Το τέλος αυτό υπολογίζεται ως ποσοστό επί των ποσών που πράγματι εισπράχθηκαν από τους Οργανισμούς Λιμένων, ενώ ρητά αναφερόταν ότι «Το ακριβές ποσοστό της περίπτωσης α΄, καθώς και λοιπά ζητήματα για την εφαρμογή της παραγράφου 3 καθορίζονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής».
Η φιλοσοφία της ρύθμισης ήταν σαφής. Το αντισταθμιστικό τέλος θεσπίστηκε ως αντιστάθμισμα για την όχληση που προκαλεί η λιμενική δραστηριότητα στις πόλεις, από την αυξημένη κυκλοφορία και τον θόρυβο μέχρι τους ρύπους και τη φθορά του δημοτικού οδικού δικτύου.
Τον Νοέμβριο του 2023, δεκαπέντε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ επανήλθαν με ερώτηση προς τα συναρμόδια υπουργεία, ζητώντας διευκρινίσεις για το αν έχουν εκδοθεί οι προβλεπόμενες ΚΥΑ και αν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα ποσά. Στην απάντησή του, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο Υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ανέφερε ότι οι ΚΥΑ δεν είχαν εκδοθεί λόγω της πανδημίας, διαβεβαιώνοντας ότι η διαδικασία θα ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό.
Ωστόσο, δύο και πλέον χρόνια μετά την απάντηση αυτή και έξι και πλέον χρόνια μετά τη θέσπιση του νόμου, οι δήμοι εξακολουθούν να μην έχουν λάβει ούτε ένα ευρώ. Τα ποσά που παραμένουν ανεκτέλεστα αφορούν εκατομμύρια ευρώ που θα μπορούσαν να στηρίξουν υποδομές και υπηρεσίες σε περιοχές που ήδη επιβαρύνονται περιβαλλοντικά και λειτουργικά από τα λιμάνια.
Η πραγματικότητα αυτή καθιστά σαφές ότι δεν είναι αποδεκτό οι δήμοι και οι κάτοικοί τους να υφίστανται καθημερινά τις συνέπειες της λιμενικής δραστηριότητας χωρίς να λαμβάνουν τους πόρους που ο νόμος προβλέπει ως αντιστάθμισμα. Οι συνθήκες που επικαλέστηκε το Υπουργείο το 2023 δεν υφίστανται πλέον και η εκκρεμότητα των ΚΥΑ παραμένει ένα ανοιχτό θεσμικό και πολιτικό ζήτημα με άμεσες επιπτώσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση.
